فَكَأَيِّن مِّن قَرْيَةٍ أَهْلَكْنَٰهَا وَهِىَ ظَالِمَةٌ فَهِىَ خَاوِيَةٌ عَلَىٰ عُرُوشِهَا وَبِئْرٍ مُّعَطَّلَةٍ وَقَصْرٍ مَّشِيدٍ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
عَطَّلَ
εγκαταλείψει
Το να εγκαταλείψεις κάτι σημαίνει να το αφήσεις χωρίς τη χρήση, τη φροντίδα ή την προσοχή που συνήθως κατευθύνεται σε αυτό.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: عطل
Λήμματα: معطلة · عطلت
Τύποι: مُّعَطَّلَةٍ · عُطِّلَتْ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
وَإِذَا ٱلْعِشَارُ عُطِّلَتْ