Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

عَطَّلَ

εγκαταλείψει

Το να εγκαταλείψεις κάτι σημαίνει να το αφήσεις χωρίς τη χρήση, τη φροντίδα ή την προσοχή που συνήθως κατευθύνεται σε αυτό.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: عطل

Λήμματα: معطلة · عطلت

Τύποι: مُّعَطَّلَةٍ · عُطِّلَتْ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

22:45

فَكَأَيِّن مِّن قَرْيَةٍ أَهْلَكْنَٰهَا وَهِىَ ظَالِمَةٌ فَهِىَ خَاوِيَةٌ عَلَىٰ عُرُوشِهَا وَبِئْرٍ مُّعَطَّلَةٍ وَقَصْرٍ مَّشِيدٍ

81:4

وَإِذَا ٱلْعِشَارُ عُطِّلَتْ