لَّن يَسْتَنكِفَ ٱلْمَسِيحُ أَن يَكُونَ عَبْدًا لِّلَّهِ وَلَا ٱلْمَلَٰٓئِكَةُ ٱلْمُقَرَّبُونَ وَمَن يَسْتَنكِفْ عَنْ عِبَادَتِهِۦ وَيَسْتَكْبِرْ فَسَيَحْشُرُهُمْ إِلَيْهِ جَمِيعًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
يَسْتَكْبِر
πράξεις ανώτερες
Ενεργό τρίτο πρόσωπο αρσενικού ενικού ατελούς Μορφή Χ كبر: ενεργεί ως πολύ μεγάλη ή ανώτερη για να συμμορφωθεί.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: كبر
Λήμματα: استكبر
Τύποι: يَسْتَكْبِرْ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.