وَقَيَّضْنَا لَهُمْ قُرَنَآءَ فَزَيَّنُوا۟ لَهُم مَّا بَيْنَ أَيْدِيهِمْ وَمَا خَلْفَهُمْ وَحَقَّ عَلَيْهِمُ ٱلْقَوْلُ فِىٓ أُمَمٍ قَدْ خَلَتْ مِن قَبْلِهِم مِّنَ ٱلْجِنِّ وَٱلْإِنسِ إِنَّهُمْ كَانُوا۟ خَٰسِرِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
قيض
αντιστοιχίσετε
Να διορίσει ή να συνδέσει έναν αντιπρόσωπο με κάποιον ώστε να συνοδεύει και να επηρεάζει αυτό το άτομο.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: قيض
Λήμματα: قيض
Τύποι: قَيَّضْ · نُقَيِّضْ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
وَمَن يَعْشُ عَن ذِكْرِ ٱلرَّحْمَٰنِ نُقَيِّضْ لَهُۥ شَيْطَٰنًا فَهُوَ لَهُۥ قَرِينٌ