قَالَ مَا مَكَّنِّى فِيهِ رَبِّى خَيْرٌ فَأَعِينُونِى بِقُوَّةٍ أَجْعَلْ بَيْنَكُمْ وَبَيْنَهُمْ رَدْمًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
ردم
εμπόδιο
Ένα κατασκευασμένο εμπόδιο που κλείνει το χώρο μεταξύ των αντίθετων πλευρών και εμποδίζει τη διέλευση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: ردم
Λήμματα: ردم
Τύποι: رَدْمًا
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.