لَا فِيهَا غَوْلٌ وَلَا هُمْ عَنْهَا يُنزَفُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
نزف
μεθύσουν
Το να έχει κανείς την ξεκάθαρη επίγνωση του να εξαντληθεί από ένα ποτό και να μεθύσει.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: نزف
Λήμματα: ينزف
Τύποι: يُنزَفُ · يُنزِفُ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
لَّا يُصَدَّعُونَ عَنْهَا وَلَا يُنزِفُونَ