Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

عضض

δάγκωμα

Να κλείνεις τα δόντια με δύναμη πάνω σε κάτι.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: عضض

Λήμματα: عض

Τύποι: عَضُّ · يَعَضُّ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

3:119

هَٰٓأَنتُمْ أُو۟لَآءِ تُحِبُّونَهُمْ وَلَا يُحِبُّونَكُمْ وَتُؤْمِنُونَ بِٱلْكِتَٰبِ كُلِّهِۦ وَإِذَا لَقُوكُمْ قَالُوٓا۟ ءَامَنَّا وَإِذَا خَلَوْا۟ عَضُّوا۟ عَلَيْكُمُ ٱلْأَنَامِلَ مِنَ ٱلْغَيْظِ قُلْ مُوتُوا۟ بِغَيْظِكُمْ إِنَّ ٱللَّهَ عَلِيمٌۢ بِذَاتِ ٱلصُّدُورِ

25:27

وَيَوْمَ يَعَضُّ ٱلظَّالِمُ عَلَىٰ يَدَيْهِ يَقُولُ يَٰلَيْتَنِى ٱتَّخَذْتُ مَعَ ٱلرَّسُولِ سَبِيلًا