خُذُوهُ فَٱعْتِلُوهُ إِلَىٰ سَوَآءِ ٱلْجَحِيمِ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
عتل
βάναυση
Να ενεργεί με αδρή υπερισχύουσα δύναμη που αγνοεί την αντίσταση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: عتل
Λήμματα: اعتل · عتل
Τύποι: ٱعْتِلُ · عُتُلٍّۭ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
عُتُلٍّۭ بَعْدَ ذَٰلِكَ زَنِيمٍ