Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

عتل

βάναυση

Να ενεργεί με αδρή υπερισχύουσα δύναμη που αγνοεί την αντίσταση.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: عتل

Λήμματα: اعتل · عتل

Τύποι: ٱعْتِلُ · عُتُلٍّۭ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

44:47

خُذُوهُ فَٱعْتِلُوهُ إِلَىٰ سَوَآءِ ٱلْجَحِيمِ

68:13

عُتُلٍّۭ بَعْدَ ذَٰلِكَ زَنِيمٍ