وَقِيلَ يَٰٓأَرْضُ ٱبْلَعِى مَآءَكِ وَيَٰسَمَآءُ أَقْلِعِى وَغِيضَ ٱلْمَآءُ وَقُضِىَ ٱلْأَمْرُ وَٱسْتَوَتْ عَلَى ٱلْجُودِىِّ وَقِيلَ بُعْدًا لِّلْقَوْمِ ٱلظَّٰلِمِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
قلع
παύει
Να σταματήσει και να αποσύρει μια συνεχιζόμενη έκχυση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: قلع
Λήμματα: أقلع
Τύποι: أَقْلِعِ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.