إِذِ ٱلْأَغْلَٰلُ فِىٓ أَعْنَٰقِهِمْ وَٱلسَّلَٰسِلُ يُسْحَبُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
سلسل
αλυσίδα
Ένας συνδεδεμένος περιορισμός που χρησιμοποιείται για να δεσμεύει, να περιορίζει ή να σύρει ένα άτομο.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 3
Ρίζες: سلسل
Λήμματα: سلسلة
Τύποι: سَّلَٰسِلُ · سِلْسِلَةٍ · سَلَٰسِلَا۟
Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.
ثُمَّ فِى سِلْسِلَةٍ ذَرْعُهَا سَبْعُونَ ذِرَاعًا فَٱسْلُكُوهُ
إِنَّآ أَعْتَدْنَا لِلْكَٰفِرِينَ سَلَٰسِلَا۟ وَأَغْلَٰلًا وَسَعِيرًا