قَالُوا۟ ٱدْعُ لَنَا رَبَّكَ يُبَيِّن لَّنَا مَا لَوْنُهَا قَالَ إِنَّهُۥ يَقُولُ إِنَّهَا بَقَرَةٌ صَفْرَآءُ فَاقِعٌ لَّوْنُهَا تَسُرُّ ٱلنَّٰظِرِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
لَوْن
χρώμα
Ενικός αρσενικός لَوْن: χρώμα.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: لون
Λήμματα: لون
Τύποι: لَوْنُ · لَّوْنُ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
قَالُوا۟ ٱدْعُ لَنَا رَبَّكَ يُبَيِّن لَّنَا مَا لَوْنُهَا قَالَ إِنَّهُۥ يَقُولُ إِنَّهَا بَقَرَةٌ صَفْرَآءُ فَاقِعٌ لَّوْنُهَا تَسُرُّ ٱلنَّٰظِرِينَ