أَمْ عِندَهُمْ خَزَآئِنُ رَبِّكَ أَمْ هُمُ ٱلْمُصَۣيْطِرُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
مصيطر
ελεγκτής
Άτομο που ασκεί εξουσιαστικό έλεγχο στους άλλους.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: سطر
Λήμματα: مصيطر
Τύποι: مُصَۣيْطِرُونَ · مُصَيْطِرٍ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
لَّسْتَ عَلَيْهِم بِمُصَيْطِرٍ