Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

مصيطر

ελεγκτής

Άτομο που ασκεί εξουσιαστικό έλεγχο στους άλλους.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: سطر

Λήμματα: مصيطر

Τύποι: مُصَۣيْطِرُونَ · مُصَيْطِرٍ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

52:37

أَمْ عِندَهُمْ خَزَآئِنُ رَبِّكَ أَمْ هُمُ ٱلْمُصَۣيْطِرُونَ

88:22

لَّسْتَ عَلَيْهِم بِمُصَيْطِرٍ