وَقَدْ خَابَ مَن دَسَّىٰهَا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
دسو
διεφθαρμένη
Να ευτελίσει μια ψυχή καλύπτοντας την υγιή της διάθεση κάτω από αδικοπραγία.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: دسو
Λήμματα: دسى
Τύποι: دَسَّىٰ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.