فِيهِمَا عَيْنَانِ تَجْرِيَانِ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
تَجْرِيَان
φυσικά
Ενεργητικό τριτοπρόσωπο θηλυκό διπλό ατελές Μορφή Ι جري: πορεία σε συνεχή κατευθυνόμενη κίνηση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: جري
Λήμματα: جري
Τύποι: تَجْرِيَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.