Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

غَاشِيَة

καλύπτοντας

غَاشِيَة: κάλυψη; κάτι που καλύπτει ή έρχεται πάνω.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: غشو

Λήμματα: غاشية

Τύποι: غَٰشِيَةٌ · غَٰشِيَةِ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

12:107

أَفَأَمِنُوٓا۟ أَن تَأْتِيَهُمْ غَٰشِيَةٌ مِّنْ عَذَابِ ٱللَّهِ أَوْ تَأْتِيَهُمُ ٱلسَّاعَةُ بَغْتَةً وَهُمْ لَا يَشْعُرُونَ

88:1

هَلْ أَتَىٰكَ حَدِيثُ ٱلْغَٰشِيَةِ