فَكَذَّبُوهُ فَعَقَرُوهَا فَدَمْدَمَ عَلَيْهِمْ رَبُّهُم بِذَنۢبِهِمْ فَسَوَّىٰهَا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
دمدم
συντριβή εντελώς
Να συντρίψει έναν λαό με συντριπτική καταστροφή μέχρι να ισοπεδωθεί.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: دمدم
Λήμματα: دمدم
Τύποι: دَمْدَمَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.