وَقَضَيْنَآ إِلَيْهِ ذَٰلِكَ ٱلْأَمْرَ أَنَّ دَابِرَ هَٰٓؤُلَآءِ مَقْطُوعٌ مُّصْبِحِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
مَقْطُوع
αποκοπεί
Παθητική μετοχή Μορφή I قطع σε γραμματικό γένος: αποκοπή.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: قطع
Λήμματα: مقطوع · مقطوعة
Τύποι: مَقْطُوعٌ · مَقْطُوعَةٍ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
لَّا مَقْطُوعَةٍ وَلَا مَمْنُوعَةٍ