قَالَتْ يَٰٓأَيُّهَا ٱلْمَلَؤُا۟ أَفْتُونِى فِىٓ أَمْرِى مَا كُنتُ قَاطِعَةً أَمْرًا حَتَّىٰ تَشْهَدُونِ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
قَاطِعَة
αποφασίζει
Θηλυκός ενικός ενεργητικός μετοχής قَاطِعَة στην κατασκευή της ύλης: αποφασίζοντας.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: قطع
Λήμματα: قاطعة
Τύποι: قَاطِعَةً
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.