ٱلَّذِينَ أُخْرِجُوا۟ مِن دِيَٰرِهِم بِغَيْرِ حَقٍّ إِلَّآ أَن يَقُولُوا۟ رَبُّنَا ٱللَّهُ وَلَوْلَا دَفْعُ ٱللَّهِ ٱلنَّاسَ بَعْضَهُم بِبَعْضٍ لَّهُدِّمَتْ صَوَٰمِعُ وَبِيَعٌ وَصَلَوَٰتٌ وَمَسَٰجِدُ يُذْكَرُ فِيهَا ٱسْمُ ٱللَّهِ كَثِيرًا وَلَيَنصُرَنَّ ٱللَّهُ مَن يَنصُرُهُۥٓ إِنَّ ٱللَّهَ لَقَوِىٌّ عَزِيزٌ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
هدم
κατεδάφιση
Να καταστρέψουν κτισμένες κατασκευές γκρεμίζοντάς τις.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: هدم
Λήμματα: هدمت
Τύποι: هُدِّمَتْ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.