فَمَن يَعْمَلْ مِنَ ٱلصَّٰلِحَٰتِ وَهُوَ مُؤْمِنٌ فَلَا كُفْرَانَ لِسَعْيِهِۦ وَإِنَّا لَهُۥ كَٰتِبُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
كُفْرَان
άρνηση
Ουσιαστικό كُفْرَان: άρνηση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: كفر
Λήμματα: كفران
Τύποι: كُفْرَانَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.