وَشَرَوْهُ بِثَمَنٍۭ بَخْسٍ دَرَٰهِمَ مَعْدُودَةٍ وَكَانُوا۟ فِيهِ مِنَ ٱلزَّٰهِدِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
دِرْهَم
Ντιρχάμ
Ένα ντιρχάμ είναι μια μετρημένη μονάδα χρημάτων που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια τιμή.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: درهم
Λήμματα: دراهم
Τύποι: دَرَٰهِمَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.