Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

دِرْهَم

Ντιρχάμ

Ένα ντιρχάμ είναι μια μετρημένη μονάδα χρημάτων που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια τιμή.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: درهم

Λήμματα: دراهم

Τύποι: دَرَٰهِمَ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

12:20

وَشَرَوْهُ بِثَمَنٍۭ بَخْسٍ دَرَٰهِمَ مَعْدُودَةٍ وَكَانُوا۟ فِيهِ مِنَ ٱلزَّٰهِدِينَ