قَالُوا۟ يَٰشُعَيْبُ أَصَلَوٰتُكَ تَأْمُرُكَ أَن نَّتْرُكَ مَا يَعْبُدُ ءَابَآؤُنَآ أَوْ أَن نَّفْعَلَ فِىٓ أَمْوَٰلِنَا مَا نَشَٰٓؤُا۟ إِنَّكَ لَأَنتَ ٱلْحَلِيمُ ٱلرَّشِيدُ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
نَفْعَلُ
κάνω
Ενεργητική ατελής πληθυντικού πρώτου προσώπου Μορφή I فعل: κάνω.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 3
Ρίζες: فعل
Λήμματα: فعل
Τύποι: نَفْعَلُ · نَّفْعَلَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.
إِنَّا كَذَٰلِكَ نَفْعَلُ بِٱلْمُجْرِمِينَ
كَذَٰلِكَ نَفْعَلُ بِٱلْمُجْرِمِينَ