وَظِلٍّ مَّمْدُودٍ
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
مَمْدُود
εκτεταμένη
Η Μορφή Ι παθητική μετοχή مَمْدُود: εκτεταμένη.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: مدد
Λήμματα: ممدود
Τύποι: مَّمْدُودٍ · مَّمْدُودًا
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
وَجَعَلْتُ لَهُۥ مَالًا مَّمْدُودًا