فِى عَمَدٍ مُّمَدَّدَةٍۭ
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
مُمَدَّدَة
εκτεταμένη
Η Μορφή ΙΙ παθητική μετοχή مُمَدَّدَة: εκτεταμένη.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: مدد
Λήμματα: ممددة
Τύποι: مُّمَدَّدَةٍۭ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.