وَحَمَلْنَٰهُ عَلَىٰ ذَاتِ أَلْوَٰحٍ وَدُسُرٍ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
دسر
στερέωση
Δομικοί πείροι που στερεώνουν ξύλινες σανίδες μεταξύ τους σε ένα δοχείο.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: دسر
Λήμματα: دسر
Τύποι: دُسُرٍ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.