وَيُسْقَوْنَ فِيهَا كَأْسًا كَانَ مِزَاجُهَا زَنجَبِيلًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
زنجبيل
τζίντζερ
Τζίντζερ, το ονομαζόμενο αρωματικό συστατικό που αναμειγνύεται σε ένα ποτό στον κήπο.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Λήμματα: زنجبيل
Τύποι: زَنجَبِيلًا
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.