وَذَرْنِى وَٱلْمُكَذِّبِينَ أُو۟لِى ٱلنَّعْمَةِ وَمَهِّلْهُمْ قَلِيلًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
مهل
επιχορήγηση ανάπαυλα
Να αφήνεις να περάσει ο χρόνος χωρίς να ενεργείς αμέσως εναντίον κάποιου.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 3
Ρίζες: مهل
Λήμματα: مهل · أمهل
Τύποι: مَهِّلْ · مَهِّلِ · أَمْهِلْ
Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.
فَمَهِّلِ ٱلْكَٰفِرِينَ أَمْهِلْهُمْ رُوَيْدًۢا
فَمَهِّلِ ٱلْكَٰفِرِينَ أَمْهِلْهُمْ رُوَيْدًۢا