قَدْ يَعْلَمُ ٱللَّهُ ٱلْمُعَوِّقِينَ مِنكُمْ وَٱلْقَآئِلِينَ لِإِخْوَٰنِهِمْ هَلُمَّ إِلَيْنَا وَلَا يَأْتُونَ ٱلْبَأْسَ إِلَّا قَلِيلًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
عوق
εμποδίζουν
Να εμποδίζει τους άλλους να συμμετάσχουν ή να προχωρήσουν προς τη δράση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: عوق
Λήμματα: معوق
Τύποι: مُعَوِّقِينَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.