مُهْطِعِينَ مُقْنِعِى رُءُوسِهِمْ لَا يَرْتَدُّ إِلَيْهِمْ طَرْفُهُمْ وَأَفْـِٔدَتُهُمْ هَوَآءٌ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
مُقْنِعِي الرُّؤُوس
κρατώντας ψηλά
Κρατώντας ένα μέρος του σώματος ανασηκωμένο και στερεωμένο προς τα πάνω.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: قنع
Λήμματα: مقنعي
Τύποι: مُقْنِعِى
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.