Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

مَزِيد

αυξάνει

مَスييد: αύξηση.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: زيد

Λήμματα: مزيد

Τύποι: مَّزِيدٍ · مَزِيدٌ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

50:30

يَوْمَ نَقُولُ لِجَهَنَّمَ هَلِ ٱمْتَلَأْتِ وَتَقُولُ هَلْ مِن مَّزِيدٍ

50:35

لَهُم مَّا يَشَآءُونَ فِيهَا وَلَدَيْنَا مَزِيدٌ