Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

بَصِيرَة

διορατικότητα

بَصِيرَة: διορατικότητα; Εσωτερική όραση-αντίληψη.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: بصر

Λήμματα: بصيرة

Τύποι: بَصِيرَةٍ · بَصِيرَةٌ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

12:108

قُلْ هَٰذِهِۦ سَبِيلِىٓ أَدْعُوٓا۟ إِلَى ٱللَّهِ عَلَىٰ بَصِيرَةٍ أَنَا۠ وَمَنِ ٱتَّبَعَنِى وَسُبْحَٰنَ ٱللَّهِ وَمَآ أَنَا۠ مِنَ ٱلْمُشْرِكِينَ

75:14

بَلِ ٱلْإِنسَٰنُ عَلَىٰ نَفْسِهِۦ بَصِيرَةٌ