وَعَادًا وَثَمُودَا۟ وَقَد تَّبَيَّنَ لَكُم مِّن مَّسَٰكِنِهِمْ وَزَيَّنَ لَهُمُ ٱلشَّيْطَٰنُ أَعْمَٰلَهُمْ فَصَدَّهُمْ عَنِ ٱلسَّبِيلِ وَكَانُوا۟ مُسْتَبْصِرِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
مُسْتَبْصِرِين
Κατοχή διορατικότητας
مُسْتَبْصِرِين: κατοχή διορατικότητας. έχοντας διεκδικήσει ή αποκτήσει όραση-αντίληψη και διορατικότητα.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: بصر
Λήμματα: مستبصر
Τύποι: مُسْتَبْصِرِينَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.