Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

مُسْتَبْصِرِين

Κατοχή διορατικότητας

مُسْتَبْصِرِين: κατοχή διορατικότητας. έχοντας διεκδικήσει ή αποκτήσει όραση-αντίληψη και διορατικότητα.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: بصر

Λήμματα: مستبصر

Τύποι: مُسْتَبْصِرِينَ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

29:38

وَعَادًا وَثَمُودَا۟ وَقَد تَّبَيَّنَ لَكُم مِّن مَّسَٰكِنِهِمْ وَزَيَّنَ لَهُمُ ٱلشَّيْطَٰنُ أَعْمَٰلَهُمْ فَصَدَّهُمْ عَنِ ٱلسَّبِيلِ وَكَانُوا۟ مُسْتَبْصِرِينَ