وَقُلْنَا مِنۢ بَعْدِهِۦ لِبَنِىٓ إِسْرَٰٓءِيلَ ٱسْكُنُوا۟ ٱلْأَرْضَ فَإِذَا جَآءَ وَعْدُ ٱلْـَٔاخِرَةِ جِئْنَا بِكُمْ لَفِيفًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
لفف
διαπλοκή
Να κουρδίζετε, να μαζεύετε ή να μεγαλώνετε χωριστά πράγματα κοντά και το ένα μεταξύ τους.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 3
Ρίζες: لفف
Λήμματα: لفيف · التفت · ألفاف
Τύποι: لَفِيفًا · ٱلْتَفَّتِ · أَلْفَافًا
Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.
وَٱلْتَفَّتِ ٱلسَّاقُ بِٱلسَّاقِ
وَجَنَّٰتٍ أَلْفَافًا