Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

سِكِّين

μαχαίρι

Ένα εργαλείο χειρός που χρησιμοποιείται για την κοπή.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: سكن

Λήμματα: سكين

Τύποι: سِكِّينًا

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

12:31

فَلَمَّا سَمِعَتْ بِمَكْرِهِنَّ أَرْسَلَتْ إِلَيْهِنَّ وَأَعْتَدَتْ لَهُنَّ مُتَّكَـًٔا وَءَاتَتْ كُلَّ وَٰحِدَةٍ مِّنْهُنَّ سِكِّينًا وَقَالَتِ ٱخْرُجْ عَلَيْهِنَّ فَلَمَّا رَأَيْنَهُۥٓ أَكْبَرْنَهُۥ وَقَطَّعْنَ أَيْدِيَهُنَّ وَقُلْنَ حَٰشَ لِلَّهِ مَا هَٰذَا بَشَرًا إِنْ هَٰذَآ إِلَّا مَلَكٌ كَرِيمٌ