إِنَّ فِى ذَٰلِكَ لَـَٔايَٰتٍ لِّلْمُتَوَسِّمِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
وَسَمَ
σήμα
Ένα σημάδι είναι ένα αντιληπτό σημάδι που τοποθετείται σε κάτι ή διαβάζεται από αυτό ως αναγνωριστικό αποδεικτικό στοιχείο.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: وسم
Λήμματα: متوسم · نسم
Τύποι: مُتَوَسِّمِينَ · نَسِمُ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
سَنَسِمُهُۥ عَلَى ٱلْخُرْطُومِ