Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

المُهْل

λιωμένο υγρό

Ένα παχύρρευστο λιωμένο ρευστό του οποίου η υπερβολική θερμότητα καίει ή βράζει.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 3

Ρίζες: مهل

Λήμματα: مهل

Τύποι: مُهْلِ

Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.

18:29

وَقُلِ ٱلْحَقُّ مِن رَّبِّكُمْ فَمَن شَآءَ فَلْيُؤْمِن وَمَن شَآءَ فَلْيَكْفُرْ إِنَّآ أَعْتَدْنَا لِلظَّٰلِمِينَ نَارًا أَحَاطَ بِهِمْ سُرَادِقُهَا وَإِن يَسْتَغِيثُوا۟ يُغَاثُوا۟ بِمَآءٍ كَٱلْمُهْلِ يَشْوِى ٱلْوُجُوهَ بِئْسَ ٱلشَّرَابُ وَسَآءَتْ مُرْتَفَقًا

44:45

كَٱلْمُهْلِ يَغْلِى فِى ٱلْبُطُونِ

70:8

يَوْمَ تَكُونُ ٱلسَّمَآءُ كَٱلْمُهْلِ