خِتَٰمُهُۥ مِسْكٌ وَفِى ذَٰلِكَ فَلْيَتَنَافَسِ ٱلْمُتَنَٰفِسُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
مِسْك
μόσχος
Μια αρωματική ουσία που σηματοδοτεί τη σφραγίδα του ποτού.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: مسك
Λήμματα: مسك
Τύποι: مِسْكٌ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.