وَمَا يَسْتَوِى ٱلْأَحْيَآءُ وَلَا ٱلْأَمْوَٰتُ إِنَّ ٱللَّهَ يُسْمِعُ مَن يَشَآءُ وَمَآ أَنتَ بِمُسْمِعٍ مَّن فِى ٱلْقُبُورِ
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
مُسْمِع
Αυτός που κάνει να ακούει
Μορφή IV ενεργητική μετοχή مُسْمِع: αυτός που κάνει να ακούσει.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: سمع
Λήμματα: مسمع
Τύποι: مُسْمِعٍ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.