Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

مُسْمِع

Αυτός που κάνει να ακούει

Μορφή IV ενεργητική μετοχή مُسْمِع: αυτός που κάνει να ακούσει.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: سمع

Λήμματα: مسمع

Τύποι: مُسْمِعٍ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

35:22

وَمَا يَسْتَوِى ٱلْأَحْيَآءُ وَلَا ٱلْأَمْوَٰتُ إِنَّ ٱللَّهَ يُسْمِعُ مَن يَشَآءُ وَمَآ أَنتَ بِمُسْمِعٍ مَّن فِى ٱلْقُبُورِ