Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό

بَصُرَ

αντιλαμβάνονται

Μορφή I بَصُرَ: αντιλαμβάνομαι; να έχω όραση-αντίληψη για κάτι.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 3

Ρίζες: بصر

Λήμματα: بصرت

Τύποι: بَصُرْ · يَبْصُرُ · بَصُرَتْ

Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.

20:96

قَالَ بَصُرْتُ بِمَا لَمْ يَبْصُرُوا۟ بِهِۦ فَقَبَضْتُ قَبْضَةً مِّنْ أَثَرِ ٱلرَّسُولِ فَنَبَذْتُهَا وَكَذَٰلِكَ سَوَّلَتْ لِى نَفْسِى

20:96

قَالَ بَصُرْتُ بِمَا لَمْ يَبْصُرُوا۟ بِهِۦ فَقَبَضْتُ قَبْضَةً مِّنْ أَثَرِ ٱلرَّسُولِ فَنَبَذْتُهَا وَكَذَٰلِكَ سَوَّلَتْ لِى نَفْسِى

28:11

وَقَالَتْ لِأُخْتِهِۦ قُصِّيهِ فَبَصُرَتْ بِهِۦ عَن جُنُبٍ وَهُمْ لَا يَشْعُرُونَ