Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

بيد

χαθεί

Να χαθεί έτσι ώστε να τελειώσει η συνεχής ύπαρξη και η ευημερία κάποιου.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: بيد

Λήμματα: تبيد

Τύποι: تَبِيدَ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

18:35

وَدَخَلَ جَنَّتَهُۥ وَهُوَ ظَالِمٌ لِّنَفْسِهِۦ قَالَ مَآ أَظُنُّ أَن تَبِيدَ هَٰذِهِۦٓ أَبَدًا