وَدَخَلَ جَنَّتَهُۥ وَهُوَ ظَالِمٌ لِّنَفْسِهِۦ قَالَ مَآ أَظُنُّ أَن تَبِيدَ هَٰذِهِۦٓ أَبَدًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
بيد
χαθεί
Να χαθεί έτσι ώστε να τελειώσει η συνεχής ύπαρξη και η ευημερία κάποιου.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: بيد
Λήμματα: تبيد
Τύποι: تَبِيدَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.