وَمَن يَعْمَلْ مِنَ ٱلصَّٰلِحَٰتِ وَهُوَ مُؤْمِنٌ فَلَا يَخَافُ ظُلْمًا وَلَا هَضْمًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
هضم
πιέζωed μείωση
πίεση που μειώνει την πληρότητα από το μη μειωμένο μέτρο του.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: هضم
Λήμματα: هضم · هضيم
Τύποι: هَضْمًا · هَضِيمٌ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
وَزُرُوعٍ وَنَخْلٍ طَلْعُهَا هَضِيمٌ