أُو۟لَٰٓئِكَ ٱلَّذِينَ ٱشْتَرَوُا۟ ٱلضَّلَٰلَةَ بِٱلْهُدَىٰ فَمَا رَبِحَت تِّجَٰرَتُهُمْ وَمَا كَانُوا۟ مُهْتَدِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
ر ب ح
κέρδος
Παραγωγή ή λήψη ευνοϊκής απόδοσης από μια ανταλλαγή ή μια επιχείρηση.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: ρίζα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: ربح
Λήμματα: ربحت
Τύποι: رَبِحَت
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.