أَلَمْ تَرَ أَنَّهُمْ فِى كُلِّ وَادٍ يَهِيمُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
هيم
κυμαίνονται ανεξέλεγκτα
Να κυμαίνονται ή να καταναλώνονται κάτω από έναν ανεξέλεγκτο καταναγκασμό σαν δίψα.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: هيم
Λήμματα: يهيم · هيم
Τύποι: يَهِيمُ · هِيمِ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
فَشَٰرِبُونَ شُرْبَ ٱلْهِيمِ