Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

نعل

σανδάλι

Αφαιρούμενο κάλυμμα που φοριέται στο πόδι.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1

Ρίζες: نعل

Λήμματα: نعلي

Τύποι: نَعْلَيْ

Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.

20:12

إِنِّىٓ أَنَا۠ رَبُّكَ فَٱخْلَعْ نَعْلَيْكَ إِنَّكَ بِٱلْوَادِ ٱلْمُقَدَّسِ طُوًى