فَقَالَ إِنِّى سَقِيمٌ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
سقم
άρρωστος
Υποφέρει από κατάσταση ασθένειας ή σωματικής αδυναμίας.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2
Ρίζες: سقم
Λήμματα: سقيم
Τύποι: سَقِيمٌ
Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.
فَنَبَذْنَٰهُ بِٱلْعَرَآءِ وَهُوَ سَقِيمٌ