Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

دخن

καπνίζουν

Μια ορατή διάχυτη ουσία που εξαπλώνεται στον αέρα ως καπνός.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 2

Ρίζες: دخن

Λήμματα: دخان

Τύποι: دُخَانٌ · دُخَانٍ

Παραδείγματα εμφανίσεων (2 από 2)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 2.

41:11

ثُمَّ ٱسْتَوَىٰٓ إِلَى ٱلسَّمَآءِ وَهِىَ دُخَانٌ فَقَالَ لَهَا وَلِلْأَرْضِ ٱئْتِيَا طَوْعًا أَوْ كَرْهًا قَالَتَآ أَتَيْنَا طَآئِعِينَ

44:10

فَٱرْتَقِبْ يَوْمَ تَأْتِى ٱلسَّمَآءُ بِدُخَانٍ مُّبِينٍ