قَالَ خُذْهَا وَلَا تَخَفْ سَنُعِيدُهَا سِيرَتَهَا ٱلْأُولَىٰ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
السيرة
μέλος
Μια τακτοποιημένη συνθήκη ή διαμόρφωση στην οποία υπάρχει κάτι.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: سير
Λήμματα: سيرت
Τύποι: سِيرَتَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.