Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο

ركن

ενισχυτική πλευρά

Μια πλευρά στήριξης προς την οποία ένα άτομο στρέφεται, γέρνει ή προσκολλάται για δύναμη.

Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής

Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 4

Ρίζες: ركن

Λήμματα: ركن · تركن

Τύποι: تَرْكَنُ · رُكْنٍ · رُكْنِ

Παραδείγματα εμφανίσεων (4 από 4)

Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 4.

11:80

قَالَ لَوْ أَنَّ لِى بِكُمْ قُوَّةً أَوْ ءَاوِىٓ إِلَىٰ رُكْنٍ شَدِيدٍ

11:113

وَلَا تَرْكَنُوٓا۟ إِلَى ٱلَّذِينَ ظَلَمُوا۟ فَتَمَسَّكُمُ ٱلنَّارُ وَمَا لَكُم مِّن دُونِ ٱللَّهِ مِنْ أَوْلِيَآءَ ثُمَّ لَا تُنصَرُونَ

17:74

وَلَوْلَآ أَن ثَبَّتْنَٰكَ لَقَدْ كِدتَّ تَرْكَنُ إِلَيْهِمْ شَيْـًٔا قَلِيلًا

51:39

فَتَوَلَّىٰ بِرُكْنِهِۦ وَقَالَ سَٰحِرٌ أَوْ مَجْنُونٌ