وَأَوْحَيْنَآ إِلَىٰ مُوسَىٰٓ أَنْ أَلْقِ عَصَاكَ فَإِذَا هِىَ تَلْقَفُ مَا يَأْفِكُونَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
لقف
κατάπιε
Να αρπάξει και να καταναλώσει κάτι γρήγορα ώστε να απομακρυνθεί από το οπτικό πεδίο.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 3
Ρίζες: لقف
Λήμματα: تلقف
Τύποι: تَلْقَفُ · تَلْقَفْ
Παραδείγματα εμφανίσεων (3 από 3)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 3.
وَأَلْقِ مَا فِى يَمِينِكَ تَلْقَفْ مَا صَنَعُوٓا۟ إِنَّمَا صَنَعُوا۟ كَيْدُ سَٰحِرٍ وَلَا يُفْلِحُ ٱلسَّاحِرُ حَيْثُ أَتَىٰ
فَأَلْقَىٰ مُوسَىٰ عَصَاهُ فَإِذَا هِىَ تَلْقَفُ مَا يَأْفِكُونَ