وَأَمَّا ٱلْغُلَٰمُ فَكَانَ أَبَوَاهُ مُؤْمِنَيْنِ فَخَشِينَآ أَن يُرْهِقَهُمَا طُغْيَٰنًا وَكُفْرًا
Γλωσσάριο του Κορανίου · αποδεκτό
مُؤْمِنَيْنِ
Δύο πιστοί
Αρσενικό διττή ενεργητική μετοχή مُؤْمِنَيْن: δύο πιστοί.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: επιμελημένο σύνολο τμημάτων · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: أمن
Λήμματα: مؤمن
Τύποι: مُؤْمِنَيْنِ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.