وَشَرَوْهُ بِثَمَنٍۭ بَخْسٍ دَرَٰهِمَ مَعْدُودَةٍ وَكَانُوا۟ فِيهِ مِنَ ٱلزَّٰهِدِينَ
Γλωσσάριο του Κορανίου · προσχέδιο
زهد
αδιάφορος
Το να έχεις λίγη επιθυμία ή προσκόλληση σε κάτι και επομένως να του αποδίδεις χαμηλή αξία.
Λεξιλογικό πεδίο εφαρμογής
Πεδίο εφαρμογής: σημασιολογική μονάδα · Εμφανίσεις: 1
Ρίζες: زهد
Λήμματα: زاهد
Τύποι: زَّٰهِدِينَ
Παραδείγματα εμφανίσεων (1 από 1)
Εμφανίσεις εντός πεδίου που προβάλλονται με τη σειρά του Κορανίου: 1.